Πόσες φορές με εκνεύρισες Κύριε που έμενες σιωπηλός όταν εγώ χανόμουν σε δρόμους που δεν ήξερα που οδηγούν, σε μονοπάτια που για πρώτη φορά ρακένδυτος περπάτησα.

Τότε χρειάστηκε να αμαρτήσω πολλές φορές για να νιώσω ότι «υπάρχω» να αισθανθώ ότι «ζώ» .

Όχι δεν αμαρτάνουν όλοι για την ηδονή, για να κάνουν το κέφι τους και να χαρούν με ψεύτικα αποκαΐδια μιας φωτιάς που ποτέ δεν άναψε μέσα τους.

Υπάρχουν και εκείνες οι ταλαίπωρες και αναγκεμένες ψυχές, που κάθε μέρα παλεύουν να κρατηθούν στη ζωή ένα βήμα μόλις πριν το θάνατο και την ολική έκλειψη του βλέμματος τους.

Υπάρχουν και αυτοί, που η ζωή τους δυσκολεύει αφάνταστα και τα μεταξωτά σωθικά τους σκίζονται εύκολα στα σκληρά βλέμματα του κόσμου. Όλοι εκείνοι που οι μέρες και οι νύχτες ξένοιαστες δεν είναι κι ας πρέπει να γελούν για να καλύψουν τα ανείπωτα δάκρυα τους. 

Μία στιγμή μονάχα εάν αφήσουν να φανεί το δράμα της ψυχής τους θα χαθεί μονομιάς όλο το μπλε της Γης.

Τέτοιες στιγμές Χριστέ μου σε φώναξα με ότι φωνή μου είχε απομείνει. Μα η σιωπή σου με ράγισε και ας ήξερα στα βάθη της ψυχής μου ότι είσαι εκεί. Δεν έφτανε όμως αυτό για να σωπάσει ο καημός μου. Ξέρεις καλά εσύ Χριστέ μου, δεν ήταν άπιστοι, προδότες ή εχθροί, όσοι δεν άντεξαν σε αυτή τη σιωπή και χάθηκαν στους λογισμούς τους. Τα πιο αδύναμα δικά σου ήταν παιδιά, που κύρτωσαν οι αντοχές τους στην «απουσία» Σου. Αυτό φοβάμαι κι εγώ ,εκείνες τις ώρες της σιωπής Σου, εκείνες της ώρες που φριχτά μου λείπεις μην χαθώ και ξενιτέψω απ' την πίστη.

Μα ύστερα πάλι στον κήπο της Γεσθημανής σε σκέφτομαι, εκείνο το φριχτό το βράδυ που επίμονα ζητούσες τη συντροφιά των μαθητών Σου. Τα δάκρυα και τους ιδρώτες συλλογιέμαι, τον φόβο και την αγωνία Σου και αυτό το μαρτύριο που ζήτησες από τον Θεό να σε απαλλάξει. Και όμως στο τέλος έκανες αυτό που ήθελες Εκείνος.

Αυτή είναι η ελπίδα μου, ότι ενώ πιστεύω δεν με εμποδίζεις να αμφιβάλω, να ρωτώ, να ψάχνω να σε βρω κομματιασμένος. Είναι του έρωτα καμώματα κι αυτά, να φεύγω σαν δεν μου μιλάς. Να χάνομαι στην απουσία σου κι όταν αργείς τα βράδια να μην κοιμάμαι….

Και είναι κάτι νύκτες Κύριε που αργούν πολύ να ξημερώσουν

π.Χαράλαμπος λίβυος Παπαδόπουλος


Share To:

Post A Comment:

0 comments so far,add yours