Μία από τις πιο γνωστές ιστορίες με δράκοντες που αναφέρεται και στις γραφές είναι η γνωστή μάχη του Αγίου Γεωργίου. Υπήρξε ένας φτερωτός πελώριος δράκοντας με μακριά σπειρωτή ουρά και πράσινα λέπια σαν του κροκόδειλου ο οποίος πρόβαλε από τους βάλτους της Σιλέν. Στο πέρασμα του όλα τα πλάσματα, άνθρωποι και ζώα, ασφυκτιούσαν από το δηλητήριο του.

Οι ντόπιοι αγρότες κατάστρωσαν ένα σχέδιο. Έστελναν στον δράκοντα κάθε μέρα από δύο πρόβατα για να κορέσουν την πείνα του θηρίου. Στην αρχή η στρατηγική αυτή έμοιαζε να πετυχαίνει αλλά έφτασε η στιγμή που τα πρόβατα σώθηκαν και το ερπετό βγήκε πάλι για κυνήγι. Τότε ήταν που με βαριά καρδιά ο βασιλιάς συμφώνησε να θυσιάζουν στον τύραννο δράκοντα από ένα παιδί κάθε ημέρα με την ελπίδα να κρατήσουν τον δράκοντα χορτάτο μέχρι κάποιο θαύμα να τους απαλλάξει από τον δαίμονα αυτό.

Αλλά οι ημέρες και οι εβδομάδες περνούσαν και κανένα θαύμα δεν φαινόταν να συμβαίνει. Ώσπου έφτασε το πρωινό όπου ήρθε η σειρά της ίδιας της κόρης του βασιλιά η όμορφη Αλκυόνη να δεθεί στον ξύλινο στύλο που δένονταν και τα υπόλοιπα παιδιά περιμένοντας τον φρικτό τους θάνατο. Κανένας δεν περίμενε πως το θαύμα που τόσο καιρό περίμεναν και τόσο θερμά προσεύχονταν θα γινόταν εκείνη την ημέρα.

Η πριγκίπισσα στεκόταν μόλις λίγα λεπτά όταν το πρόσωπο της χλόμιασε καθώς άκουσε πίσω της να την πλησιάζουν βαριά βήματα σίγουρη πως ο χαμός της πλησίαζε. Γύρισε τρομοκρατημένη το κεφάλι της για να δει τι ή ποιος τα προκαλούσε και αντίκρισε ένα ψηλό ιππότη με ασημένια πανοπλία όπου στον άσπρο θώρακα της υπήρχε ένας ερυθρός σταυρός. Μόλις είχε κατέβει από το κατάλευκο άτι του κρατώντας μια μακριά λόγχη και μια μεγάλη ασπίδα, πλησιάζοντας προς τo τρομοκρατημένο κορίτσι.

Η πριγκίπισσα βλέποντας στο πρόσωπο του νέου τον σωτήρα της δεν δίστασε να του εξηγήσει αμέσως την κατάσταση στην οποία ήταν μπλεγμένη. Εκείνος με

την σειρά του της είπε γρήγορα ποιος ήταν. Το όνομα του ήταν Γεώργιος, είχε μεγαλώσει στην ανατολική Τουρκία, στην Καππαδοκία, και ήταν στρατιώτης του Ρωμαϊκού στρατού πριν ασπαστεί τον χριστιανισμό. Τώρα ο μόνος κύριός του ήταν ο Θεός και κήρυττε το λόγο Του όπου και αν πήγαινε.

Στα μάτια του Γεωργίου ο δράκοντας ενσάρκωνε το κακό και όλα για τα οποία είχε πολεμήσει. Έτσι αντί να τραπεί σε φυγή και να σώσει τον εαυτό του, έλυσε το αβοήθητο κορίτσι και την ανέβασε στο άτι του προετοιμάζοντας τον εαυτό του για μάχη με τον τερατώδες αντίπαλο του. Δεν χρειάσθηκε να περιμένει για πολύ. Μέσα από τους βάλτους και χωρίς προειδοποίηση ξεπρόβαλε ένα τεράστιο κεφάλι ερπετού που το κρατούσε ένας πανίσχυρος λαιμός ανοίγοντας δρόμο μέσα από τους πυκνούς θάμνους. Ακολουθούσε ένα ογκώδες σώμα με πελώρια φτερά που κατέληγε σε μια μυτερή ουρά.

Μέσα από τα πολλά ταξίδια του σε πολλές μακρινές και αφιλόξενες περιοχές ο Γεώργιος είχε έρθει αντιμέτωπος με αναρίθμητους εχθρούς, τρομακτικά θηρία και δύσκολες καταστάσεις. Τίποτα όμως δεν θα μπορούσε να τον είχε προετοιμάσει για το τρομερό αυτό πλάσμα που αντίκριζαν τα μάτια του εκείνη την στιγμή. Το στόμα του έσταζε δηλητήριο που όταν ακούμπαγε τη γη ξέραινε τα φυτά και το έδαφος από κάτω του.

Ο δράκοντας κινιόταν γρήγορα ετοιμάζοντας την επίθεση του. Επιτάχυνε το βήμα του καθώς πλησίαζε τον ιππότη και άνοιξε τα πελώρια φτερά του. Ο Γεώργιος κάλυψε ενστικτωδώς την μύτη και τα μάτια του για να καλυφθεί από την δυσοσμία, έσφιξε την λόγχη στην παλάμη του έτοιμος να χτυπήσει με δύναμη τον δράκοντα όταν ξαφνικά τον πλεύρισαν δύο πελώρια φωτεινά άψυχα μάτια. Όπου και αν γύριζε το κεφάλι του έβλεπε μάτια να βγάζουν φλόγες να τον περικυκλώνουν και να τον ζαλίζουν. Μέσα στην ζάλη του σήκωσε την λόγχη του και με όση δύναμη είχε την ώθησε ανάμεσα στα πιο κόκκινα, φωτεινά και τρομακτικά από αυτά.

Μια τρομερή κραυγή διαπέρασε τον αέρα, και τα μάτια ξαφνικά εξαφανίστηκαν. Καθώς η κίνηση τους δεν τον αποπροσανατόλιζε άλλο, ο ιππότης κοίταξε κάτω και είδε τον δράκοντα ζωντανό αλλά θανάσιμα πληγωμένο. Η λόγχη του είχε διαπεράσει το στόμα του βγαίνοντας στο πίσω μέρος του λαιμού του. Στο πληγωμένο σώμα του δράκου είδε πως πάνω στα φτερά του βρίσκονταν πολύχρωμα σχέδια που έμοιαζαν με μάτια και ήταν αυτά που θόλωναν την όραση του.

Εκείνη την στιγμή πλησίασε η πριγκίπισσα με ανακούφιση για την νίκη του Γεωργίου. Έδεσαν με την ζώνη της τον δράκο και με το δυνατό καθαρόαιμο του τον οδήγησαν στο κάστρο. Εκεί ο βασιλιάς υποσχέθηκε στον Γεώργιο πως αν έσφαζε τον δράκο αυτός και οι υπήκοοι του θα βαφτίζονταν χριστιανοί. Έτσι και έγινε, ο ιππότης τους απάλλαξε από τον τύραννο τους και ο βασιλιάς κράτησε την υπόσχεση του. Αφού χαιρέτισε την πριγκίπισσα συνέχισε τον δρόμο του που σύντομα θα τον οδηγούσε να γίνει μάρτυρας του χριστιανισμού.


ceramicartdragons.wordpress.com


Άϊ μου Γιώργη, αφέντη μου και ψαροκαβαλλάρη,

αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι·
άγγελος είσαι στη θωριά κι άγιος στη θεότη·
παρακαλώ βοήθα με, άγιε στρατιώτη,
να λυτρωθώ απ’ το θεριό και Δράκοντα μεγάλο,
’π’ ά δε ντού ’πηαίναν άθρωπο κάθε πρωΐ και άλλο,
σταλιά νερό δεν ήφηνε να κατεβή στη Χώρα,
σα δε ντού ’πηαίναν άθρωπο πάντα την ίδιαν ώρα!

Τα μπουλλεθιά ερρίχνανε κι ότινος θέλ’ ας πέση,
ήπεμπε το παιδάκι ντου τού Δράκοντα πεσκέσι.
Τα μπουλλεθιά επέσανε κι εις τη βασιλοπούλλα,
απού την είχ’ η μάνα τζη μοναχορηγοπούλλα.
Κι ο βασιλιάς ως τ’ άκουσε, τούτο το λόγον είπε:
– «Το βιός μου όλο πάρετε και το παιδί μου αφήτε».

Εκεί σπαθιά συρθήκανε, μαχαίρι’ ακονισμένα:
– «Γή δώσ’ μας το παιδάκι σου, γή παίρνομε κι εσένα».

– «Στολίστε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη
κι αμέτε το στο Δράκοντα, πεσκέσι να δειπνήση».

Πιάνουν και τη στολίζουνε ’πο το ταχύ ως το βράδυ
με δαχτυλίδια ολόχρυσα κι όλο μαργαριτάρι·
και παίρνου ντην οι βάγιες τση να πά’ να σεργιανίση
και πάνε και τη δένουνε στού Δράκοντα τη βρύση·
στα μάρμαρα τού πηγαϊδιού ρίξα ν-την αλυσίδα
κι εκειά την κατεβάσανε, άμοιρη κορασίδα!

Κι ο Άι-Γιώργης τό ’μαθε και τρέχει να τη σώση
κι από το άγριο θεριό να τήνε ’λετευρώση·
καβαλλικεύγει τ’ άλογο και το αντιποδίζει,
στο μάγουλο τού πηγαϊδιού πηγαίνει και καθίζει.

– «Μην το φοβάσαι το θεριό κι εγώ δα το ’ποθάνω,
άφησε ν’ αποκοιμηθώ στα γόνατά σου απάνω·
σίμωσε, κορασίδα μου, κοντά να με ψειρίσης
κι όντεν ακούσης το θεριό να μ’ αλαφροξυπνήσης».

Στα γόνατά τζη ακούμπησε, για νά τονε ψειρίση
κ’ ετρέχανε τα μάθια τζη σα θολωμένη βρύση·
σε λίγην ώραν ήκουσε μιαν ταραχή μεγάλη
κι ήτον ο Δράκος κι ήβγαινε μέσ’ από το πηγάϊ.

– «Ξύπνησ’ αφέντη, ξύπνησε και μη βαροκοιμάσαι
να το σκοτώσης το θεριό, που λες πως δε φοβάσαι·
σήκω, σήκω αφέντη μου και το νερό αφρίζει
κι ο Δράκοντας τ’ αντόδια ντου για μένα τ’ ακονίζει!»

Ο Άϊ-Γιώργης ’ξύπνησε σα μ-παραλοϊσμένος
και τ’ άρματά ντου ήρπαξε, ως ήτο μαθημένος·
γυρίζει στ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό ντου
και το κοντάρι ’σήκωσε και μπήγει στο λαιμό ντου·
μια κονταριά τού έδωκε, την τρώει μές το στόμα
κι αμέσως τον εξάπλωσε χάμαι στσή γής το χώμα.

Με μια μπαμπακερή κλωστή πιστάγκωνα το δένει
τσή κορασίδας τό ’δωκε, μέσα στη Χώρα μπαίνει.
– «Νά, βασιλιά, το τέκνο σου· ορίστε το παιδί σου
κι απού τα φύλλα τσή καρδιάς δώσε του την ευκή σου».
– «Να ζήσης, καβαλλάρη μου· πώς λένε τ’ όνομά σου,
ένα μεγάλο χάρισμα να κάμω τσ’ αφεδιάς σου;»

– «Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ’ την Καππαδοκία·
σα θες να κάμης τάξιμο, χτίσε μιαν εκκλησία
και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία·
στη δεξιά Ντου τη μ-πλευρά βάλ’ ένα γ-καβαλλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι».





Share To:

Post A Comment:

2 comments so far,Add yours

  1. Ξέρω κι εγώ αυτή την ιστορία, μόνο λίγο διαφορετικά:συνέβη στην ανατολική επαρχία της Αττάλειας σε μια πόλη που λεγόταν Αλαγία. Ο Γεώργιος ήταν αρχηγός στρατιωτικής μονάδας στο στράτευμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και επέστρεφε από μια εκστρατεία όταν συνάντησε την βασιλοπούλα που την προόριζαν για θυσία να κατευνάσουν τον δράκο.Όταν άκουσε τι συνέβαινε, γονάτισε και προσευχήθηκε στον Θεό για να πάρει δύναμη κι όταν ήρθε ο δράκος, μπήκε μπροστά πριν φτάσει τη βασιλοπούλα κι έκανε προς αυτόν το σημείο του Σταυρού λέγοντας:Κύριε Θεέ μου, ημέρεψε το θηρίο αυτό για να πιστέψει ο λαός στο Όνομά σου το Άγιο.Και το άγριο θεριό έπεσε ημερωμένο στα πόδια του αλόγου του.Κι αφού η βασιλοπούλα τον έδεσε με τη ζώνη της και τον έσυρε μέχρι το κάστρο να τον δουν όλοι, ο Γεώργιος τον σκότωσε.Κι αυτοί πίστεψαν στον Θεό του Γεωργίου που τους ελευθέρωσε από το Θηρίο. Και ήρθε ο επίσκοπος Αλέξανδρος της Αντιόχειας και τους βάπτισε, 45.000 σε 15 ημέρες.Κι όταν η εκκλησία κτίστηκε, πήγε ο Άγιος να προσευχηθεί και μόλις μπήκε στο Άγιο Βήμα, βγήκε πηγή με αγίασμα και σκόρπισε ευωδιά στον ναό.Κι αυτή η πηγή σώζεται μέχρι σήμερα... Αλλά όπως και νά ΄χει, το σημαντικό είναι ότι έφτασε ο Άγιος Γεώργιος, ο ελευθερωτής...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ ωραία ιστορία Μia και κάπου εκεί ανάμεσα στο θρύλο ίσως κρύβεται η πραγματικότητα.

      Διαγραφή