Σαν σήμερα, 17 προς 18 Ιανουαρίου στον Άγιο Ανδρέα το 1997 περιμέναμε τον π. Γεράσιμο για αγρυπνία. Ήρθε λίγο καθυστερημένα, αλλά προς μεγάλη μας χαρά μαζί με τον άλλο μεγάλο μας Γέροντα, τον π. Ιερόθεο Σουρβάνο.

Μας είπε ότι έρχεται κατευθείαν από το αεροδρόμιο και στο πρόσωπό του διακρίνονταν ίχνη από πόνο και βάσανα ανθρώπων που συνεχώς νοιαζόταν.

" Μη μου φέρετε απόψε χαρτάκια υπέρ υγείας για κάποιους που πάσχουν από κρυολόγημα. Μόνο για όσους είναι σοβαρά άρρωστοι, για καρκινοπαθείς, θα κάνουμε δέηση".

Αλλά, καλύτερα να ακούσετε τον ίδιο. Σας παραθέτουμε αποσπάσματα από το λόγο αυτού του ευλογημένου ανθρώπου εκείνη την ευλογημένη νύκτα.

Απόσπασμα απομαγνητοφωνημένου λόγου του π. Γερασίμου σε αγρυπνία 17/18 Ιανουαρίου 1998 στον Άγιο Ανδρέα.

(2)..Και δυστυχώς, πήρα φόρα απόψε και θα πω κάτι πολύ προσωπικό, αλλά ανήκει σε όλους μας, είναι οικογενειακό. Ο Μέγας Αντώνιος είναι ο Καθηγητής της Ερήμου. Και λέει εκεί ο συναξαριστής: Νέο παιδί ο Αντώνιος, όταν ξεκίνησε να πάει στην έρημο, είδε ότι ο διάβολος έστησε στο δρόμο όλες τις παγίδες, να νικήσει τον Αντώνιο, γιατί ήξερε τι είναι ο Αντώνιος. Και τότε φώναξε ο Αντώνιος, όπως όλοι μας φωνάζουμε: “Ποιος δύναται διαβεί; Ποιος μπορεί να διαβεί τας παγίδας του εχθρού;”

Και ηκούσθη φωνή εκ του ουρανού λέγουσα, μας απαντάει ο Θεός:

“Η ταπεινοφροσύνη”.

Αυτός είναι ο δρόμος για να περάσουμε το διάβολο και να πάμε στο Θεό, στον Χριστό. Αυτή είναι η πορεία. Λέει ο συναξαριστής ότι ο Μέγας Αντώνιος προχωρούσε στην αρετή, ανέβαινε τα σκαλιά να φτάσει στην απάθεια. Και εκεί εμφανίστηκε ο διάβολος με μορφή λιονταριού, έχει πολλές μορφές που παρουσιάζεται, και άρχισε να του κόβει κομμάτια, τόσο πολύ, και ο Αντώνιος μπήκε σε ένα τάφο μήπως γλιτώσει, ζωντανός σε τάφο. Και μόλις τέλειωσε ο πόλεμος κι έφυγε ο διάβολος, εμφανίστηκε, αδελφοί μου, ο Κύριος μας, ο Χριστός. Και είπε ο Αντώνιος, μακάρι να έχουμε κι εμείς τέτοιο θάρρος:

“Πού ήσουνα τόση ώρα, τώρα ήρθες”;

Αυτό σημαίνει σχέση αδελφοί μου, έτσι μιλάς στον πατέρα σου, στον άντρα σου, στη γυναίκα σου, στο παιδί σου. Αυτή τη σχέση με το Θεό είχαν οι άγιοι, αυτή την επικοινωνία είχανε, αυτή την αμεσότητα είχανε. Και του απάντησε ο Χριστός, όπως απαντάει σε όλους μας, όταν είμαστε σε δυσκολίες, σε αδικίες, σε δοκιμασίες. Είμαστε όλοι μας και λέμε:

“Πού είναι ο Θεός;”

Και απαντάει και στον Αντώνιο και σε όλους μας:

“Εδώ ήμουνα και σ' έβλεπα τι θα κάνεις. Θα υποχωρήσεις, θα χάσεις το στεφάνι; Θα χάσεις τη νίκη; Ή θα κάνεις υπομονή, για λίγο, για να πας στη δόξα των ουρανών, την αιώνιον, την ατελεύτητον, στη χαρά των Αγγέλων;”

Πέρσι, σαν απόψε, είχα πάει στην κηδεία του αδελφού του δεσπότη μας, στη Λάρισα και στην Αθήνα ήμαστε με τον π. Ιερόθεο τον Σουρβάνο. Τον ξέρετε όλοι τον π. Σουρβάνο, εξαιρετικός, διαμάντι κληρικός. Ήμαστε μαζί στην Αθήνα, σ' ένα σπίτι όπου η γυναίκα που μας φιλοξένησε είχε τη μάνα της άρρωστη με καρκίνο στο νοσοκομείο. Αυτή η γυναίκα, η καημένη, είχε κάνει την ένεση της χημειοθεραπείας και εμείς προχωρήσαμε προς το αεροδρόμιο για να επιστρέψουμε στην Κεφαλονιά, μαζί με τον π. Ιερόθεο. Πριν φύγουμε είχε ανεβάσει λίγο πυρετό. Εγώ ξέρω, δυστυχώς, από καρκίνο, είχα την καημένη τη Βασιλική, και τους είπα:

“'Ετσι γίνεται, είναι από την ένεση, 38 πυρετός θα περάσει”, και φύγαμε, ήλθαμε στην Κεφαλονιά πέρσι σαν απόψε. Από το αεροδρόμιο κατευθείαν στην Τασία και στο μοναστήρι στον Άγιο Ανδρέα για την αγρυπνία του Αγίου Αθανασίου.

Αρχίσαμε την αγρυπνία, αλλά επειδή θυμόμουνα ότι ο π. Παϊσιος είχε πει:

“Γιορτάζει ο υποτακτικός του Μεγάλου Αντωνίου, ο Μέγας Αθανάσιος. Για να καταλάβετε πόσο μεγάλος είναι ο Μέγας Αντώνιος, το δακτυλάκι το μικρό του χεριού του είναι ο Μέγας Αθανάσιος”.

Και έψαλλε και τους δύο αγίους στη γιορτή του Αγίου Αθανασίου.

Λέω στους ψάλτες να ψάλλουμε απόψε και για το Μ. Αντώνιο. Του Αγίου Αθανασίου ξημέρωνε. Η ηγουμένη μέσα απόρησε:

“Μα τι πάθατε απόψε και λέτε για τον Μ. Αντώνιο αφού του Α. Αθανασίου ξημερώνει;” Εγώ υπομονή, και τους δύο πατέρες. Το ίδιο και η Τασία και ο Παναγάγγελος. Προχωράει η αγρυπνία, στη λιτή, στους άρτους, στη Θεία Λειτουργία, Αντωνίου και Αθανασίου, μαζί πατέρας και γιος, γέροντας και υποτακτικός μαζί, ψάλλαμε.

Τέλειωσε η αγρυπνία, φεύγουμε με τον Παναγάγγελο τον Καραβιώτη. Μου λέει

“ Μα τι πάθατε και ψάλλατε για τον Άγιο Αντώνιο, αφού είναι του Αγίου Αθανασίου;”

Εγώ το χαβά μου. Κι η Τασία μαζί. Την ξέρετε όλοι την Τασία.

“ Τι πάθατε και ψάλλατε τον Άγιο Αντώνιο απόψε;”

Τίποτε, εγώ τη δουλειά μου. Θυμόμουνα τι έκανε ο Γέροντας Παϊσιος. Πάμε σπίτι.

Το πρωί με παίρνουν τηλέφωνο από την Αθήνα. Δεν ξέραν τίποτα στην Αθήνα, ούτε για αγρυπνίες, ούτε για Άγιο Ανδρέα, ούτε για Άγιο Αθανάσιο, ούτε για Άγιο Αντώνιο. Εννιά η ώρα το πρωί η γυναίκα που μείναμε σπίτι της στο τηλέφωνο μου λέει:

“ Γεράσιμε, τι πάθατε απόψε;”

“Τι πάθαμε;” λέω εγώ.

“Κάνατε καμμιά προσευχή;”

“Εγώ είμαι καλόγηρος και ο καλόγηρος προσευχές κάνει πάντα. Τι έγινε;”

“Η μάνα μου, όταν φύγατε από το σπίτι, ανέβασε 41 πυρετό, έπεσε ο αιματοκρίτης και την πήγαμε στο νοσοκομείο, στο 'Αλεξάνδρα'”.

Είπε ότι έπεσε σε κώμα η γυναίκα και γύρω στις 12:30, -- την ώρα που κάναμε παράκληση υπέρ καρκινοπαθών, ναρκομανών, καρδιοπαθών -- εμφανίστηκαν εκεί δύο κληρικοί, με τα καλυμαύχια, με τα ράσα και πήγανε κοντά της. 
Αυτή κατάλαβε ότι πρόκειται περί ανθρώπων αρετής και σηκώθηκε να πάρει την ευχή τους.

“Ποιοι είστε, πατέρες μου, να πάρω την ευχή σας;”

“Είμαστε ο Αντώνιος και ο Αθανάσιος και μας έστειλαν από την Κεφαλονιά”.

Την ευλόγησαν και από εκείνη τη στιγμή η γυναίκα καλυτέρευσε και σήμερα ζει και βασιλεύει.


Πηγή: perivolipanagias.blogspot
Share To:

Post A Comment:

0 comments so far,add yours