Textual description of firstImageUrl

Ο Σύγχρονος Σαλτιμπάγκος




Τι κι αν σε λένε σήμερα τρελό; Περίεργο, αλλοπρόσαλλο κι σαλτιμπάγκο;

Δεν είσαι αδελφέ κι άσε τον κόσμο να σε αποκαλεί όπως θέλει. Οι συγγενείς, οι φίλοι κι οι γνωστοί. Είσαι μονάχα ένας άνθρωπος που παλεύει να κρατήσει στη ζωή του, λίγη μόνο ακόμη ισορροπία, σε έναν κόσμο ανισόρροπο, αλλοπρόσαλλο κι προοδευτικό, γι αυτό σε αποκαλούν τρελό κι σαλτιμπάγκο.

Να ξέρεις ότι, το φώς το ιλαρό, αυτό που τρεμοσβήνει και παλεύει μεσ’ την νύχτα, με νύχια και με δόντια ζωντανό να κρατηθεί, πρώτα το απόλυτο σκοτάδι το αντιλαμβάνεται κι πρώτα αυτό το αποστρέφεται, γι αυτό σε αποκαλούν τρελό κι σαλτιμπάγκο.

Να ξέρεις ότι, τα μάτια τα δικά σου δεν έχουν τυφλωθεί, είναι ανοιχτά κι παλεύουν ακόμα να διακρίνουν την διαφορά, μεταξύ φωτός κι σκοταδιού.

Σε μια κοινωνία θεόστραβη, αναίσθητη κι απαθή, που πνέει επίσημα τα λοίσθια, που το μόνο πρότυπο που προβάλει είναι αντιμίσθια για οπίσθια κι αργομισθία, που για τα καλά μέσ’ την αρρώστια έχει αναπαυθεί, και πιστεύει κιόλας ότι καθαρά μπορεί να βλέπει μέσα στο πηχτό το έρεβος κι σκότος. Που πλέον ορίζεται από αυτό κι το θεωρεί κι προκοπή, επίτευγμα, ανάπτυξη, ζωή. Σαν κάποιους φτωχούς αυτόχειρες τυφλοπόντικες, τυλιγμένους με σάβανα σαν μούμια, που χάθηκαν μέσα στα δαιδαλώδη διαστροφικά λαγούμια.

Μέσα στο μάτι ενός τυφώνα ενός μαζικού amber alert, όπου άνθρωποι από ανθρώπους αναζητούνται κι πουθενά δεν βρίσκονται, αφού απ’ τα τρελά μποφόρ όλοι διασκορπίζονται, κι με ανεμοδαρμένες πλάνες εκούσια επιλέγουν να αυνανίζονται, κι ως τον πάτο της μοναξιάς με ένα μακροβούτι μονομιάς, στην άβυσσο βυθίζονται.

Παραδομένοι άνευ όρων στην ουσία, στην άνευ προηγουμένου ανθρώπου αδυναμία, για οποιαδήποτε άνευ αποδοχών αντίδραση κι απροθυμία, κι ανικανότητα ανεύρεσης της οποιασδήποτε συναίσθησης, ούτε καν της θλίψης, πέραν ενός κι μόνο ανευλαβούς κι ανεύθυνου υπερεγώ.

Ένας πολυπληθής τζίφος δηλαδή, κι απ’ τη άλλη είσαι κι εσύ, που απεγνωσμένα ακόμα φωνασκεί, και σήμα S.O.S. προς πάσα κατεύθυνση κόπτεται να εκπέμψει, ο άνθρωπος τον άνθρωπο να ξαναβρεί, άνθρωπος άνθρωπο να διασώσει, κι ως εκεί, τίποτα μετά από κει, αντίδραση καμιά, αφού σου το ‘πα τζίφος δηλαδή.

Μα τον Δία, τον ανάδρομο Ερμή, την Γιόγκα και την Κάλι, πως περίμενες δηλαδή οι αυτοαποκαλούμενοι “λογικοί”, διαφορετικά να σε αποκαλέσουν; Νορμάλ και λογικό; Αν είναι δυνατόν;

Πάρ’ το χαμπάρι αδελφέ, ανάμεσα τους μια παραφωνία είσαι, ένα κουρδισμένο βιολί σε μια ενορχηστρωμένη κακοφωνία, ένας αιθεροβάμων, ένας ανόητος ρομαντικός, ένας κερατωμένος πολλαπλώς, ένας βλάκας κοινώς. Εσύ είσαι ο κουφός, εσύ ο κουτσός, εσύ κι ο παλιάτσος, που στο χέρι του’ χει μείνει το δοξάρι, κι οι λοιποί το έχουν τούμπανο κι εσύ κρυφό καμάρι.

Τι περιμένεις ακόμη δηλαδή; Μα επιτέλους δεν βλέπεις; Δεν ακούς; Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι ο κόσμος δεν θέλει πια να ακούει; Αφού όταν μιλάς για το πατροπαράδοτο κι το ορθό σε αποκαλούν “αναχρονιστή”, όταν μιλάς για ιδανικά, για αξίες, για έθιμα και ήθη, αποκρίνονται “Ηαllooo που ζεις; 2017 you know;”. Όταν μιλάς για συγχώρεση, για μετάνοια, για αυτοθυσία, ούτε καν μουδιάζουν κι μόνο από ευγένεια ευτυχώς ακόμα μειδιάζουν κι εννοούν “για δες έναν μοναχικό σαλτιμπάγκο“. Κι όταν εν τέλει περιγράφεις την σκλαβιά, την υπερσύγχρονη δαιμονικά πλασμένη μας σκλαβιά, αυτοί αντιλαμβάνονται πρόοδο κι ανάπτυξη αρχαγγελική κι χαίρουν ώ χαίρουν την ελευθεριά. Τι περιμένεις ακόμα δηλαδή;


Μα όχι, εσύ ακόμη εκεί κι ο έρωτας σου διαταγή και τελεσίγραφο, όπως λέει και το τραγούδι. Αμετανόητα, να προσπαθείς ακόμα καθρέπτες να πουλήσεις σε μια αγορά τυφλών, να συνεχίζεις ακόμα να εμπορεύεσαι μετά το τέλος της πανήγυρης, να απαγγέλλεις ποιήματα ακόμα σε ένα κοινό κουφό, μήπως και…

Κι έτσι απλά κι μοιρολατρικά, οι θεόμουρλοι άνθρωποι αυτοί, μοιραία τείνουν προς την μελαγχολία, την θλίψη, την αυτοεξορία κι τον εθελούσιο κατ’ οίκον αποκλεισμό, προς διαφύλαξη κι εξοικονόμηση φωτός.

Για αυτούς λοιπόν τους λιγοστούς εναπομείναντες χοντροκέφαλους κι αντιδραστικούς, του καταπληκτικού αυτού σήμερα, η “τρέλα” αυτή είναι μονόδρομος. Γιατί ειν’ ο μόνος τρόπος που τους έχει απομείνει, για να διαφυλάξουν ότι πιο πολύτιμο έχει ποτέ στον άνθρωπο χαριστεί, ο νους, η καρδιά κι η ψυχή.

Μα παρόλα αυτά, βλέπεις μέσα απ’ τα ακριβώς αντίθετα των αντιθέτων, που το μετα-μοντέρνο και δαιμονόπληκτο σήμερα πλασάρει, άκρως παραλόγως αυτοί εκεί, να συνεχίζουν να ορθοφρονούν, να ορθοπραττούν κι ορθοδόξως το μέλλον να ορθοτομούν, με το κεφάλι χαμηλά, ταπεινωμένοι, παρεξηγημένοι κι χίλιο-χαρακτηρισμένοι, από μια μάζα που μιλά μόνο για μπάζα, που ‘χει χαθεί μέσα στη λήθη, χωρίς ψυχή στα στήθη.

Κι αν έχουν ένα στοιχειώδες επίπεδο ακόμα, δεν είναι που κι αυτοί διαβάσανε βιβλία επιστημονικά κι φιλοσοφικά, δεν είναι που κι αυτοί έβγαλαν κι έχασαν χρήματα πολλά, μα ότι ακόμα συναισθάνονται κι πονάνε. Κι τα μάτια τους ακόμα χαριτώνονται με τα δάκρυα εκείνα τα λησμονημένα, τα ευλογημένα δάκρυα καρδιάς, της από χρόνια άνυδρης καρδίας, καλο-μπουκωμένης από χοληστερίνες κι ηδονές, φραγμένης κι φιλοσοφημένα αποστειρωμένης, κάθε “τοξικού” αισθήματος.

Μα με δάκρυα όχι τόσο για τους ίδιους, αλλά για τον θάνατο που ασυναίσθητα η κοινωνία ολοταχώς οδεύει, κι όλους παγιδεύει, συγγενείς, φίλους κι γνωστούς κι όλους τους επώνυμους αγνώστους.

Ευλογία ή τιμωρία λοιπόν; Να είσαι σήμερα ένας τέτοιος τρελός;

Γιορτή ή κατάρα; Να έχεις τέτοια συναίσθηση του σήμερα;

Το μπλε ή το κόκκινο χαπάκι;

Γιατί είναι πολύ τραγική η ειρωνεία τελικά, η λιακάδα κι το φώς του νου των “λογικών”, να είναι ο τυφώνας δακρύων των “τρελών” κι η λιακάδα στον νου αυτών, να είναι ο τυφώνας στην λογική των “λογικών”.

Γιατί είναι πολύ τραγική η ειρωνεία, τα όνειρα με τα οποία ο άνθρωπος πεθαίνει, να είναι ότι καλύτερο έχει στην ζωή κι απ’ τα χειρότερα που συνέβησαν τελικά, να αποκαλύφθηκε η αληθινή ζωή.

Η κρίση η πραγματική, να μην είναι ότι ο κόσμος τελικά αποδείχθηκε αδύναμος να διατηρήσει τα θέλω που τόσα χρόνια ονειρευόταν, αλλά ότι έκτοτε αποδεικνύεται ακόμα πολύ αδύναμος, για να αντιληφθεί τα εξαρχής λάθος όνειρα εκείνα, που απ’ την μάνα τους ήταν αυτοκαταστροφικά κι προδιαγεγραμμένα να αποτύχουν.

Ότι πίσω από τα άπειρα παράπονα του κόσμου σήμερα, κρύβεται ακόμα ο μεγαλοϊδεατισμός εκείνος, η φιλοδοξία εκείνη η μάταιη, η φιλάργυρη κι η εγωκεντρική, έρμαιη του αποτυχημένου εκείνου χθες, που ακόμη λαχταρά κι ακόμη παλεύει να διατηρήσει.

Ότι το βύσμα κι παρανομία η ατομική προς προσωπική βολή, κι αυτό που παλιότερα ονόμαζε “έλα μωρέ” κι “μαγκιά”, ναι μεν στρέφεται εναντίον κάποιου τυχαίου αγνώστου αρχικά, η εκτεταμένη όμως παρανομία δε, μαθηματικά στρέφεται εναντίον της προσωπικής βολής, γιατί ποτέ δεν ήταν ο μόνος μάγκας τελικά, αλλά ήταν όλοι.

Ότι κάθε φόβος, είναι μια ευχή τελικά, που πάντα πραγματοποιείται, γιατί πάντα κατά το θέλημα των πολλών στο τέλος γίνεται.
Ότι ενώ τον θάνατο όλοι φοβόμαστε, τον θάνατο μας καθημερινά όλοι διαλέγουμε, απ’ τον τρόπο που επιλέγουμε κάθε στιγμή να ζούμε.

Κι ότι σ’ αυτό τον κόσμο τελικά υπάρχουν δύο μεγάλες τραγωδίες, η μια είναι να μην παίρνει ο κόσμος αυτό που εύχεται κι ποθεί κι η άλλη είναι να το παίρνει κι με το παραπάνω.

Κι επομένως, αφού όλοι θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε, μαθηματικά για να πτωχύνουμε στο τέλος επισήμως.

Κι αφού θα συνεχίσουμε να τρώμε αχόρταγα, για να πεινάσουμε στο τέλος όλοι επισήμως.

Να ψηφίζουμε δημοκρατικά, για να εκφασιστούμε στο τέλος επισήμως.

Να ξυπνάμε το πρωί, για να κοιμηθούμε όλοι όρθιοι επισήμως.

Να πληροφορούμαστε, για να ζήσουμε σε εικονικές πραγματικότητες επισήμως.

Να δια-δικτυωνόμαστε, για να ξεχάσουμε ο ένας τον άλλο επισήμως.

Να θεραπευόμαστε, για να πεθάνουμε μια ώρα αρχύτερα επισήμως.

Να μορφωνόμαστε, για να αποβλακωθούμε σε ευφυή i-robot επισήμως.

Να καλλωπιζόμαστε, για να μεταμορφωθούμε σε τέρατα επισήμως.

Και αφού στο κάτω κάτω της γραφής, η διαστρέβλωση των πάντων τελοσπάντων, θα συνεχίσει να θεωρείται η μεγαλύτερη μορφή ελευθερίας κι πατριωτισμού κι το μεγαλύτερο όπλο της παγκοσμιοποίησης επισήμως, έτσι ακριβώς κι ακόμα παραπάνω, κάποιοι θα επιμείνουν να λένε την ελευθερία ελευθερία, τον θάνατο θάνατο, το φώς φώς κι το σκοτάδι σκοτάδι. Με το πείσμα εκείνο το γαϊδουρινό, του αμετανόητα τρελού κι σαλτιμπάγκου, που σκαλίζει στον τοίχο το όνομα του με νύχια και με δόντια, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

«Ώσπου στο τέλος ένιωσα κι ας πα να μ’ έλεγαν τρελό, ότι από ένα τίποτα γίνεται ο παράδεισος» Ο. Ελύτης

Αμήν

Βασίλης Παπαδόπουλος


Share on Google Plus

call me Rick

This is a short description in the author block about the author. You edit it by entering text in the "Biographical Info" field in the user admin panel.
    Blogger Comment

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου